κλέπτω
κλέπτω, κλέπτω, κλέψω, ἔκλεψα, κέκλοφα, κέκλεμμαι, ἐκλάπην, steal
- steal, c. acc. or abs., Il. 24.24, 71, 109; τῆς γενεῆς ἔκλεψε from that breed Anchises stole, i.e. foals of that breed, 5.268; κλέπτουσιν ἐφʼ ἁρπαγῇ ἄλλοθεν ἄλλος Sol. 4.13; κ. μοιχεύειν τε Xenoph. 11.3; ἢν μηδὲν μήτε κλέπτῃ μήτε ἀδικῇ Democr. 253; κ. τι παρʼ ἀλλήλων Hdt. 1.186; κ. ἐξ ἱερῶν Pl. Lg. 857b; carry off, κλέψεν Μήδειαν Pi. P. 4.250; πυρὸς σέλας κ., of Prometheus, A. Pr. 8; κλέψαι τε χἀρπάσαι βίᾳ S. Ph. 644; κ. τοὺς μηνύοντας spirit away the deponents, Antipho 5.38; ἐξ ἐπάλξεων πλεκταῖσιν ἐς γῆν σῶμα κ. let it down secretly, E. Tr. 958, cf. 1010; κ. μορφάς, of painters, steal forms (by transferring them to canvas), Luc. Epigr. 41.
- 2 in part. Act., thievish, κλέπτον βλέπει he has a thief’s look, Ar. V. 900; κλέπτον τὸ χρῆμα τἀνδρός heʼs an arrant thief, ib. 933.
- II c. acc. pers., cozen, cheat, πάρφασις, ἥ τʼ ἔκλεψε νόον Il. 14.217; οὐκ ἔστι Διὸς κλέψαι νόον Hes: Th. 613; μὴ κλέπτε νόῳ Il. 1.132; κλέπτει νιν οὐ θεός, οὐ βροτός, ἔργοις οὔτε βουλαῖς Pi. P. 3.29; σοφία κλέπτει παράγοισα μύθοις Id. N. 7.23; οὔτοι φρένʼ ἂν κλέψειεν A. Ch. 854, cf. S. Tr. 243, etc.; τὴν γνώμην Hp. Epid. 5.27; κ. τὴν ἀκρόασιν Aeschin. 3.99:—Pass., κλέπτεται ὁ ἀκροατής Arist. Rh. 1408b5; προβαίνειν κλεπτόμενος to go on blindfold, Hdt. 7.49; κλέπτεταί οἱ ἡ αὐγή his vision becomes deceptive, Hp. Morb. 2.12; κλαπέντες ἢ βιασθέντες τοῦτο πάσχουσιν Pl. R. l.c.: impers., κλέπτεται the deception is passed off, Arist. Rh. 1404b24.
- III conceal, keep secret, θεοῖο γόνον Pi. O. 6.36; θυμῷ δεῖμα Id. P. 4.96; disguise, διαβολαῖς νέαις κλέψας τὰ πρόσθε σφάλματʼ E. Supp. 416; τοῖς ὀνόμασι κ. τὰ πράγματα Aeschin. 3.142; τοὺς ἑαυτῶν κ. X. Eq.Mag. 5.2; κ. ἑαυτὸν ὀφθαλμῶν τε καὶ ὤτων Philostr. VS 1.7.2; κ. τοῦ διανοήματος τὴν ἄδειαν Demetr. Eloc. 239:—Pass., κλέπτεται τὸ μετρικόν ib. 182, cf. Them. in Ph. 276.26, Paul.Aeg. 6.103.
- IV do secretly or treacherously, δόλοισι κ. σφαγάς execute slaughter by secret frauds, S. El. 37; πόλλʼ ἂν . . λάθρᾳ σὺ κλέψειας κακά Id. Aj. 1137; κ. μύθους whisper malicious rumours, ib. 188 (lyr.); κλέπτων ἢ βιαζόμενος by fraud or open force, Pl. Lg. 933e; ταῦτα κλέπτοντες ταῖς πράξεσιν, i.e. λάθρᾳ πράττοντες, ib. 910b; κλεπτομένη λαλιά secret, clandestine, Luc. Am. 15, etc.
- 2 seize or occupy secretly, τὰ ὄρη X. An. 5.6.9, cf. 4.6.11, 15; τὴν ἀρχήν D.H. 4.10.
- 3 effect or bring about clandestinely, γάμον κ. δώροις Theoc. 22.151:—Pass., to be ‘smuggled in’, Arist. Rh.Al. 1440b21.
- 4 get rid of imperceptibly, τὸ δοκεῖν . . D.H. Rh. 8.7; τῇ ποικιλίᾳ τὸν κόρον Id. Comp. 19:—Pass., τοῦ πόσου κλεπτομένου Plot. 4.7.5.
1. stelen:
2. bedriegen, misleiden:
3. verbergen, verheimelijken:
1) stehlen, heimlicherweise, listig entwenden u. sich aneignen ; bei Hom. u. Hes. noch nicht als sittlich schlecht bezeichnet, sondern wegen Schlauheit u. Gewandtheit, die sich dabei zeigt gelobt, wie Hermes selber stiehlt, Il. 24.24 ; heimlich entrücken, 5.268 ; Aesch. Prom. 8 ; Soph. Phil. 640 ; κλέψας ἄγαλμα Eur. Rhes. 502 ; ἀναγκάζω πάλιν ἐξεμεῖν ἅττʼ ἂν κεκλόφωσί μου Ar. Eq. 1149 ; κλέπτεσκε ἂν περιϊὼν τὰ ἐπιτήδεα Her. 2.174 ; κλεφθέντων τῶν ἀγαλμάτων 5.84 ; Plat. u. Folgde ; von ἁρπάζω unterschieden, ὅταν παρῇ κλέψαι τε χἀρπάσαι βίᾳ Soph. Phil. 640, wie Ar. Plut. 372 ; von Menschen, entführen, Μήδειαν Pind. P. 4.250, vgl. Antiph. 5.38 κλέπτουσι τοὺς μηνύοντας κἆτα ἀφανίζουσιν, heimlich über die Seite schaffen. Auch einen Ort heimlich, unbemerkt einnehmen, Xen. An. 4.6.11, 5.6.9. Durch List erlangen, erschleichen, Arist. rhet. Al. 36.2 ; γάμον δώροις Theocr. 22.51.
2) allgemeiner, betrügen, hintergehen, berücken ; πάρφασις ἔκλεψε νόον, Schmeichelrede betörte den Sinn, Il. 14.217 ; Hes. Th. 613 ; μὴ κλέπτε νόῳ, hege nicht Trug in der Seele, Il. 1.132 ; κλέπτει τέ νιν οὐ θεός, οὐ βροτὸς ἔργοις οὔτε βουλαῖς Pind. P. 3.29 ; σοφία κλέπτει παράγοισα μύθοις N. 7.23 ; οὔτοι φρένα κλέψειαν ὠμματωμένην Aesch. Ch. 841, θεοῖσι κλέπτομαι Soph. Ant. 1203, ich werde von den Göttern getäuscht ; εἰ μὴ τῷ χρόνῳ κεκλέμμεθα 677 ; Eur. Herc.Fur. 100, einzeln auch in Prosa, κλέπτεται ὁ ἀκροατής Arist. rhet. 3.7 ; vgl. Aesch. 3.99 κλέπτων τὴν. ἀκρόασιν καὶ μιμούμενος τοὺς τἀληθῆ λέγοντας, vgl. §.85 ; von Taschenspielern, τὰς τῶν θεωμένων ὄψεις διʼ ὀξυχειρίαν κλέπτουσι S.Emp. adv.rhet. 39. – Her. vrbdt προβαίνει τὸ πρόσω κλεπτόμενος, er laßt sich verleiten, vorwärts zu gehen, 7.49.2.
3) heimlich halten, verhehlen ; θεοῦ γόνον Pind. Ol. 6.36 ; θυμῷ δεῖμα P. 4.96 ; τοὺς ἑαυτοῦ ἱππέας ἅμα κλέπτοντα ἐξ ἀπροσδοκήτου τοῖς πολεμίοις ἐπιτίθεσθαι Xen. Hipparch. 5.2 ; τοῖς ὀνόμασι κλέπτων καὶ μεταφέρων τὰ πράγματα Aesch. 3.142, indem er die Sachen verdeckt mit falschen Namen ; Sp.
4) heimlich, verstohlen tun ; μύθους κλέπτουσι ὑποβαλλόμενοι, geheim breiten sie fälschlich Lügen aus, wie πόλλʼ ἂν κακῶς λάθρᾳ σὺ κλέψειας κακά Soph. Aj. 188, vgl. 1116 ; τὰς ὀχείας Arist. H.A. 6.20 ; Plat. setzt einander gegenüber κλέπτων ἢ βιαζόμενος, heimlich oder mit Gewalt, Legg. XI.933e ; οὐκοῦν κλαπέντες ἢ βιασθέντες τοῦτο πάσχουσιν, ohne daß sie es merken od. gezwungen, Rep. III.413b. – Das part. praes. κλέπτον, diebisch, verstohlen ; ὡς δὲ καὶ κλέπτον βλέπει ὁ μικρός Ar. Vesp. 900 ; κλέπτον τὸ χρῆμα 932. – Verwandt mit καλύπτω ; bei Hesych. auch κλέπω, vgl. Lobeck Phryn. 317.
3 sing. aor, ἔκλεψε Il. 5.268, Il. 14.217.
Infin. κλέψαι Il. 24.24, 71, 109. (ἐκ-, ὑποκλοπέομαι.)
- 1
To take away by stealth, filch, purloin : τῆς γενεῆς ἔκλεψεν Ἀγχίσης (filched (a strain) from that . . . ) Il. 5.268, κλέψαι
[Ἕκτορα (i.e. his corpse)] ὀτρύνεσκον Ἀργειφόντην Il. 24.24. Cf. Il. 24.71, 109.
- 2
To cozen, beguile, lead astray : μὴ κλέπτε νόῳ Il. 1.132. Cf. Il. 14.217.
- 1
- a cheat ἀθανάτους (-ων v. l.) ὅτι κλέψαις ἁλίκεσσι συμπόταις νέκταρ ἀμβροσίαν τε δῶκεν O. 1.61 κλέπτει τέ μιν οὐ θεὸς οὐ βροτὸς P. 3.29 σοφία δὲ κλέπτει παράγοισα μύθοις N. 7.23
- b conceal οὐδʼ ἔλαθʼ Αἴπυτον κλέπτοισα θεοῖο γόνον O. 6.36 κλέπτων δὲ θυμῷ δεῖμα P. 4.96 αἰδὼς γὰρ ὑπὸ κρύφα κέρδει κλέπτεται, ἃ φέρει δόξαν N. 9.33 ἀκτὶς ἀελίου, ἄστρον ὑπέρτατον ἐν ἁμέρᾳ κλεπτόμενον referring to a solar eclipse Πα. 9. 3. γλυκύ τι κλεπτόμενον μέλημα Κύπριδος (Arethas: βλεπτόμενον codd. Clem. Alex.) fr. 217.
- c carry off secretly κλέψεν τε Μήδειαν (sc. Jason) P. 4.250 cf. O. 1.61
- Ito steal, filch, purloin, Hom., etc.; τῆς γενεῆς ἔκλεψε from that breed Anchises stole, i. e. stole foals of that breed, Il.; σῶμα κλ. to let it down secretly, Eur.
- 2in part. act. thievish, κλέπτον βλέπει he has a thiefʼs look, Ar.
- IIto cozen, cheat, deceive, beguile, Il., Hes., etc.:—Pass., προβαίνει κλεπτόμενος he goes on blindfold, Hdt.
- IIIlike κρύπτω, to conceal, keep secret, disguise, Pind., Soph., Eur., etc.
- IVto do secretly or treacherously, κλ. σφαγάς to perpetrate slaughter secretly, Soph.; κλ. μύθους to whisper malicious rumours, Soph.; κλέπτων ἢ βιαζόμενος by fraud or force, Plat.
- 2to seize or occupy secretly, Xen.
-
…ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φὼρ δεινός. ἔοικεν. εἰ ἄρα ὁ δίκαιος ἀργύριον δεινὸς φυλάττειν, καὶ κλέπτειν δεινός. ὡς γοῦν ὁ λόγος, ἔφη, σημαίνει. κλέπτης ἄρα τις ὁ δίκαιος, ὡς ἔοικεν ,…
Plato, Republic
-
…δεινότατος ἐμποιήσας ; ἔμοιγε δοκεῖ. ἀλλὰ μὴν στρατοπέδου γε ὁ αὐτὸς φύλαξ ἀγαθός, ὅσπερ καὶ τὰ τῶν πολεμίων κλέψαι καὶ βουλεύματα καὶ τὰς ἄλλας πράξεις ; πάνυ γε. ὅτου τις ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φὼρ δεινός…
Plato, Republic
-
…ἔδει καὶ ἄνθρωπον ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς. ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην γενέσθαι καὶ…
Plato, Protagoras
-
…ἦσαν εἰς δὲ τὸ τῆς Ἀθηνᾶς καὶ Ἡφαίστου οἴκημα τὸ κοινόν, ἐν ᾧ ἐφιλοτεχνείτην, λαθὼν εἰσέρχεται, καὶ κλέψας τήν τε ἔμπυρον τέχνην τὴν τοῦ Ἡφαίστου καὶ τὴν ἄλλην τὴν τῆς Ἀθηνᾶς δίδωσιν ἀνθρώπῳ, καὶ ἐκ τούτου εὐπορία…
Plato, Protagoras
-
…γάρ μοί ποτε βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης λοιβῆς τε κνίσης τε · τὸ γὰρ λάχομεν γέρας ἡμεῖς. ἀλλʼ ἤτοι κλέψαι μὲν ἐάσομεν, οὐδέ πῃ ἔστι, λάθρῃ Ἀχιλλῆος θρασὺν Ἕκτορα · ἦ γάρ οἱ αἰεὶ μήτηρ παρμέμβλωκεν ὁμῶς νύκτάς…
Homer, Iliad
-
…τὸν ἄγγελον, εἴτʼ αὐτὸς ἦν θνῄσκοντος ἐγγύθεν παρών, εἴτʼ ἐξ ἀμαυρᾶς κληδόνος λέγει μαθών. οὔτοι φρένʼ ἂν κλέψειεν ὠμματωμένην. Ζεῦ Ζεῦ, τί λέγω, πόθεν ἄρξωμαι τάδʼ ἐπευχομένη κἀπιθεάζουσʼ, ὑπὸ δʼ εὐνοίας πῶς ἴσον εἰποῦσʼ…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…νόμον κρίνατε, ὅς ἐστιν ἐπὶ τοῖς ἱεροσύλοις καὶ προδόταις, ἐάν τις ἢ τὴν πόλιν προδιδῷ ἢ τὰ ἱερὰ κλέπτῃ, κριθέντα ἐν δικαστηρίῳ, ἂν καταγνωσθῇ, μὴ ταφῆναι ἐν τῇ Ἀττικῇ, τὰ δὲ χρήματα αὐτοῦ δημόσια εἶναι…
Xenophon, Hellenica
-
…εὐρύοπα Ζεὺς δῶχʼ υἷος ποινὴν Γανυμήδεος, οὕνεκʼ ἄριστοι ἵππων ὅσσοι ἔασιν ὑπʼ ἠῶ τʼ ἠέλιόν τε, τῆς γενεῆς ἔκλεψεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγχίσης λάθρῃ Λαομέδοντος ὑποσχὼν θήλεας ἵππους · τῶν οἱ ἓξ ἐγένοντο ἐνὶ μεγάροισι γενέθλη. τοὺς μὲν τέσσαρας…
Homer, Iliad
-
…· ἥκοι γὰρ ἂν θεία νόσος · ἀλλʼ ἀπερύκοι καὶ Ζεὺς κακὰν καὶ Φοῖβος Ἀργείων φάτιν. εἰ δʼ ὑποβαλλόμενοι κλέπτουσι μύθους οἱ μεγάλοι βασιλῆς ἢ τᾶς ἀσώτου Σισυφιδᾶν γενεᾶς, μὴ μή, ἄναξ, ἔθʼ ὧδʼ ἐφάλοις κλισίαις ὄμμʼ…
Sophocles, Ajax
-
…Προμηθεὺς ἀγκυλομήτης · τοὔνεκʼ ἄρʼ ἀνθρώποισιν ἐμήσατο κήδεα λυγρά. κρύψε δὲ πῦρ · τὸ μὲν αὖτις ἐὺς πάις Ἰαπετοῖο ἔκλεψʼ ἀνθρώποισι Διὸς πάρα μητιόεντος ἐν κοῒλῳ νάρθηκι λαθὼν Δία τερπικέραυνον. τὸν δὲ χολωσάμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς · Ἰαπετιονίδη ,…
Hesiod, Works and Days