κλέτας
κλέτας, τό, prob.
- = κλειτύς, Lyc. 703, Nonn. D. 5.59, al., AP 9.665 (Agath.).
κλέτας, εος-ους (τὸ) [ᾰ] c. κλιτύς, Lyc. 703 ; Anth. 9, 665.
κλέτας, τό, bei Lycophr. 703 ὑψηλὸν κλ., nach Schol. κλιτύς, ἀκρώρεια, Berghöhe, nach Eust. ὀρεινὴ τραχεῖα ἐξοχή. Auch Agath. 46 (IX.665); Nonn.