κοδομή Save LSJ Pape κοδομ-ή, ἡ, = ἡ -εύουσα, Poll. 6.64, cf. 10.109 (pl.); ὄνομα θεραπαίνης, Hsch., Phot. κοδομή, ἡ, = κοδομεύτρια, VLL u. Poll. 6.64.