κογχυλιώδης
κογχυλιώδης, like a mollusc shell
κογχῠλ-ιώδης, ες,
- like a mollusc shell, κ. λίθοι fossil shells, Xanth. 3; βόθρος Str. 1.3.4.
κογχυλιώδης, ης, ες [ῠ] semblable à un coquillage, Str. 49 et 50.
Étym. κογχύλιον, -ωδης.
κογχυλιώδης, ες, konchylienartig, βόθροι, λίθοι, Strab. I.49, 50.