κογχώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape κογχ-ώδης, ες, f.l. for κοχλιώδης, Ath. 3.86b. κογχώδης, ης, ες, c. κογχοειδής, Ath. 86b. Étym. κόγχος, -ωδης. κογχώδης, ες, = κογχοειδής ; ὄστρεον Ath. III.86b.