Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κογχυλιατός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοβαλικεύω
κοβαλισμός
κόβαλος
κόβαρος
κόβειρος
Κόβων
κόγγιον
κογκυλεύω
κογκύλιον
κογχάριον
Κογχεία
κόγχη
κογχίζω
κογχίον
κογχιστής
κογχιστική
κογχίτης
κογχίτης λίθος
κογχογενής
κογχοειδής
κογχοθήρας
κόγχος
κογχυλαγόνες
κογχυλευτής
κογχυλευτική
κογχύλη
κογχυλιαβάφος
κογχυλιάζω
κογχυλίας
κογχυλιάτης
κογχυλιατός
κογχυλίδιον
κογχυλιευτής
κογχύλιον
κογχύλιος
κογχυλιώδης
κογχυλιωτός
κόγχυς
κογχώδης
κογχωτός
κόδαλα
κοδαλεύομαι
κοδομεία
κοδομεῖον
κοδομεύς
κοδομεύτρια
κοδομεύω
κοδομή
κοδομήϊον
κοδράντης
Κοδρᾶτος
Κοδρίδαι
Κόδρος
κοδύμαλον
κοέω
Κόης
κοθαρίζω
κοθαρός
κοθεῖ
κόθεν
κόθορνος
…
κογχυλιατός
Save
LSJ
κογχῠλ-ιᾱτός, ή, όν,
= -ιωτός,
PLeid.X.
95.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}