κορωνιδεύς
κορωνιδεύς, young crow
κορων-ῐδεύς, έως, ὁ,
- young crow, Cratin. 179.
κορωνιδεύς, έως (ὁ) [ῐ] jeune corneille, Crat. fr. 178.
Étym. κορώνη.
κορωνιδεύς, ὁ, das Junge der Krähe, Cratin. in B.A. 105.23.