Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κορώνιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κορύφιον
κορυφίς
κορυφιστήρ
κορυφιστής
κόρυφος
κορυφόω
κορυφώδης
κορύφωμα
κορυφών
κορύφωσις
Κορφίνιον
Κορφίνιος
κορφῶς
κόρχορος
κορχυρέα
Κορώβιος
κορωλλικός
Κορωναῖοι
κορωναῖος
Κορώνεια
Κορωνειακός
κορωνεκάβη
Κορωνεύς
κορώνεως
κορώνη
Κορώνη
κορωνιάω
κορωνιδεύς
κορωνίζω
κορωνίης
κορώνιον
κορώνιος
κορωνίς
Κορωνίς
κορώνισμα
κορωνισταί
κορωνιστής
κορωνοβόλον
κορωνοβόλος
κορωνόν
κορωνοπόδιον
κορωνοποδοειδής
κορωνοποδώδης
κορωνόπους
κορωνός
Κόρωνος
Κορωνός
κοσάλανον
Κόσας
κοσκινευτήριον
κοσκινευτής
κοσκινευτικόν
κοσκινεύω
κοσκινηδόν
Κοσκίνια
κοσκινίζω
κοσκίνιον
κοσκίνισις
κοσκινόγυρος
κοσκινομαντεία
κοσκινομαντική
…
κορώνιον
Save
Pape
κορώνιον
, τό,
eine Pflanze
, Diosc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}