κουβαρίς
κουβαρίς, woodlouse
κουβαρίς, ίδος, ἡ,
- = ὄνος III, Dsc. 2.35 tit. κουβηζός· στηβεύς, Hsch. κουδριγάριον ἄλειμμα, = Lat. quadrigarium, charioteerʼs ointment, Hippiatr. 130. κουκᾶ· πάππων, ἢ κυκεῶνα, Hsch.