κουλυβάτεια Save LSJ Bailly 2024 Pape κουλῠβάτεια [βᾰ], ἡ, = κλύβατις, Nic. Th. 589, 851. κουλυβάτεια, v. κολλυβάτεια. κουλυβάτεια, v.l. für κολλυβάτεια.