κρέμβολα Save κρέμβολα, bobbins, reels LSJ Pape κρέμβολα, τά, bobbins, reels, Hsch. κρέμβολα, τά, erkl. Hesych. ἐφʼ οἷς τὰς κρόκας ἐντυλίσσουσιν αἱ γυναῖκες.