Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κρεμαστής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κρεισσότεκνος
κρεισσόω
κρείσσων
κρειττόνως
κρειττόομαι
κρείττων
κρείττωσις
κρείων
κρειῶν
Κρείων
κρέκα
κρεκάδια
κρέκελος
κρεκτός
κρέκω
κρεμάζω
κρεμάθρα
κρέμαμαι
κρεμάννυμι
κρεμαννύω
κρεμάς
κρεμασία
κρέμασις
κρέμασμα
κρεμασμός
κρεμαστάριον
κρεμαστέον
Κρεμαστή
κρεμαστήρ
κρεμαστήριος
κρεμαστής
κρεμαστός
κρεμάστρα
κρέμαστρον
κρεμάω
κρέμβαλα
κρεμβαλιάζω
κρεμβαλιαστής
κρεμβαλιαστύς
κρεμβαλίζω
κρέμβαλον
κρέμβολα
κρέμμυον
Κρεμμυών
κρεμνάω
κρεμόω
κρέμυς
κρεμῶ
κρεμών
Κρεμών
Κρεμώνη
κρέννω
κρέξ
Κρέξος
κρεο-
κρεοβορέω
κρεοβόρος
κρεοβότος
κρεόβοτος
κρεοβρότος
κρεόβρωτος
…
κρεμαστής
Save
Pape
κρεμαστής
, ὁ, = κρεμαστήρ (?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}