Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κρεμαστάριον
κρεμαστάριον, chandelier
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κρειοφάγος
κρεΐσκον
κρεΐσκος
κρεισσονεύω
κρεισσόνως
κρεισσότεκνος
κρεισσόω
κρείσσων
κρειττόνως
κρειττόομαι
κρείττων
κρείττωσις
κρείων
κρειῶν
Κρείων
κρέκα
κρεκάδια
κρέκελος
κρεκτός
κρέκω
κρεμάζω
κρεμάθρα
κρέμαμαι
κρεμάννυμι
κρεμαννύω
κρεμάς
κρεμασία
κρέμασις
κρέμασμα
κρεμασμός
κρεμαστάριον
κρεμαστέον
Κρεμαστή
κρεμαστήρ
κρεμαστήριος
κρεμαστής
κρεμαστός
κρεμάστρα
κρέμαστρον
κρεμάω
κρέμβαλα
κρεμβαλιάζω
κρεμβαλιαστής
κρεμβαλιαστύς
κρεμβαλίζω
κρέμβαλον
κρέμβολα
κρέμμυον
Κρεμμυών
κρεμνάω
κρεμόω
κρέμυς
κρεμῶ
κρεμών
Κρεμών
Κρεμώνη
κρέννω
κρέξ
Κρέξος
κρεο-
κρεοβορέω
…
κρεμαστάριον
Save
κρεμαστάριον, chandelier
LSJ
κρεμ-αστάριον, τό,
chandelier,
Anon.
in Rh.
211.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}