κρεηδόκος
κρεηδόκος, containing flesh
κρεηδόκος, ον,
- = κρειοδόκος, AP 6.101 (Phil.).
κρεη·δόκος, ος, ον, c. κρειοδόκος, Anth. 6, 101.
κρεηδόκος, = κρειοδόκος, ἐσχάρα, Philp. 13 (VI.101).
κρεηδόκος
δέχομαι
- containing flesh, Anth.