κρεῖος
κρεῖος, ὁ,
- v. κριός III, VII. κρείουσα, ἡ, v. κρείων.
κρεῖος, ου (ὁ) sorte de coquillage, Hégésandre (Ath. 87b).
κρεῖος, ὁ, eine Art Schneckenmuschel, Ath. III.87b, vgl. II.54f τινὸς τῶν ἐρεβίνθων. – Auch = κριός.