κρειοφάγος Save LSJ Bailly 2024 Pape κρειοφάγος, f.l. for κριο-, Nic. Th. 50. κρειο·φάγος, ος, ον [ᾰ] c. κρεωφάγος, Nic. Th. 50 dout. κρειοφάγος, p. = κρεωφάγος.