κρεοπώλης
κρεοπώλης, seller of meat, butcher
κρεο-πώλης, ου, ὁ,
- seller of meat, butcher, Macho ap. Ath. 13.580c, cf. AP 11.212 (Lucill.), Thphr. Char. 9.4 (κρεω-).
κρεο·πώλης, ου (ὁ) c. κρεωπώλης, Mach. (Ath. 580c).
κρεοπώλης, ὁ, = κρεωπώλης, Lucill. en. (XI.212).