κρεοφαγία
κρεοφαγία, eating of flesh
κρεο-φᾰγία, Ion. κρεηφᾰγίη, ἡ,
- eating of flesh, Hp. Acut. 37, D.S. 3.31, Ph. 2.235 (vv.ll. κρεω-, κρεη-), Porph. Abst. 1.15, al.; κ. τῶν θηρίων Str. 16.4.9; χρῆσθαι κρεοφαγίᾳ Plu. Sanit. 2.132a (κρεω-).
κρεοφαγία, ας (ἡ) [ᾰγ] c. κρεωφαγία, Hpc. 534, 25 ; 548, 15.
κρεοφαγία, ἡ, das Fleischessen, DS. 3.31.