κρημνάω
κρημν-άω,
- = κρήμνημι, D.L. 6.50, PHolm. 8.11 (κριμ-).
κρημνάω-ῶ, c. κρήμνημι, DL. 6, 50 ; au pass. impf. 3 pl. ἐκρημνῶντο, Hh. Bacch. 7, 39.
κρημνάω, = κρήμνημι, DL. 6.50 ; auch med., s. κατακρημνάω u. κρεμνάω.