Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κριθομαντεία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κριθαία
κριθαίη
κριθάλευρον
κριθαμηνός
κριθάμινος
κριθανίας
κριθανίας πυρός
κριθάριον
κριθάχυρον
κριθάω
κρίθεν
Κριθεύς
κριθή
κριθηΐς
Κριθηΐς
κριθθός
κριθίασις
κριθιάω
κριθίδιον
κριθίζω
κριθικός
κρίθινος
κριθίον
κρίθμον
κρίθμος
κριθόγιτον
κριθόκανον
κριθολογέω
κριθολόγος
κριθομαντεῖα
κριθομαντεία
κριθόμαντις
κριθοπομπία
κριθόπυρον
κριθοπώλης
κριθοτράγος
κριθοφαγέω
κριθοφαγία
κριθοφάγος
κριθοφόρος
κριθοφυλακία
κριθώδης
κριθώλεθρος
κρίθων
Κριθώτη
κρίκε
κρικέλλιον
κρίκελλος
κρικηλασία
κρίκιον
κρικίον
κρικοειδής
κρικόομαι
κρικοποιέομαι
κρικοποιέω
κρίκος
κρικόω
κρίκωμα
κρίκωσις
κρικωτός
κρίμα
…
κριθομαντεία
Save
Pape
κριθομαντεία
, [ῑ], ἡ,
das Wahrsagen aus Gerste
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}