κριμνατίας Save Bailly 2024 Pape κριμνατίας, ου [ᾰᾱ] adj. m. c. le suiv. Archestr. (Ath. 112b). κριμνατίας, ἄρτος, Archestr. bei Ath. III.112b, = κριμνίτης, als χόνδρινος ἄρτος erklärt.