κροκοδειλόδηκτος Save Bailly 2024 Pape κροκοδειλό·δηκτος, ος, ον, mordu par un crocodile, Diosc. 5, 126. Étym. κροκόδειλος, δάκνω. κροκοδειλόδηκτος, vom Krokodil gebissen, Diosc.