κροκομέριον Save LSJ Bailly 2024 Pape κροκο-μέριον, τό, = κῆμος, Ps.-Dsc. 4.133. κροκομέριον, ου (τὸ) autre n. de la plante λεοντοπόδιον, Diosc. 4, 131. κροκομέριον, τό, Pflanzenname, sonst λεοντοπόδιον, Diosc.