κρωβυλώδης
κρωβυλώδης, like the κρωβύλος
κρωβυλ-ώδης, ες,
- like the κρωβύλος, Luc. Lex. 13.
κρωβυλώδης, ης, ες [ῠ] semblable à un toupet, Luc. Lex. 13.
Étym. κρωβύλος, -ωδης.
κρωβυλώδης, ες, zu κρωβύλος ähnlich, πλοκή Luc. Lexiph. 13.