κρυώδης
κρυώδης, icy, chill
κρῠώδης, ες,
- icy, chill, Plu. QConv. 2.653a, Poll. 5.109.
κρυώδης, ης, ες [ῠ] glacial, Plut. M. 653a.
Étym. κρύος, -ωδης.
κρυώδης, ες, frostartig, eisig ; νιφάδες Apollnds. 15 (IX.244); καὶ ψυχρὰ δύναμις Plut. Symp. 3.5.2.