κρυψιμέτωπος
κρυψιμέτωπος, hiding the forehead
κρυψι-μέτωπος, ον,
- hiding the forehead, Luc. Lex. 7.
κρυψι·μέτωπος, ος, ον [ῐ] qui cache le visage, Luc. Lex. 7.
Étym. κρύπτω, μέτωπον.
κρυψιμέτωπος, die Stirn verbergend, Luc. Lexiph. 7.