Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυμόρροος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυμβίον
κύμβος
κυμερνήτης
Κύμη
κύμηχα
κυμίνδαλα
κύμινδις
κυμινεύω
κυμίνινος
κυμινοδόκη
κυμινοδόκον
κυμινοδόχη
κυμινοθήκη
κυμινοκίμβιξ
κύμινον
κυμινοπρίστης
κυμινοπριστοκαρδαμογλύφος
κυμινοπώλης
κυμινότριβος
κυμινώδης
κυμοδέγμων
κυμοδόκη
Κυμοδόκη
κυμοθαλής
κυμοθόη
Κυμοθόη
κυμόκτυπος
κυμοπλήξ
Κυμοπόλεια
κυμορρόον
κυμόρροος
κυμορρώξ
κυμοτόκος
κυμοτόμος
Κυμώ
κύνα
κυναγε
κυναγεσία
κυναγέσιον
κυναγέτας
κυναγέτις
Κυναγίδας
κυνάγκη
κυναγός
κυνάγχα
κυνάγχη
κυνάγχης
κυναγχικός
κύναγχον
κύναγχος
κυναγωγός
κυνάδης
Κυναίγειρος
κυναίδης
Κύναιθα
Κυναιθεύς
Κύναιθος
κυνάκανθα
κυνακάνθη
κυνακίας
κυνακρίς
…
κυμόρροος
Save
Pape
κυμόρροος
, [ῡ], ὁ,
der Wellenstrom
, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}