κυφαλέος
κῡφᾰλέος, α, ον, poet. for κυφός, AP 6.297 (Phan.).
κυφαλέος, α, ον [ῡᾰ] c. κυφός, Anth. 6, 297.
κυφαλέος, [ῡ], p. = κυφός ; ἰξύς Phani. 4 (VI.297).
κυφαλέος
κῡφᾰλέος, α, ον
poetic for κυφός, Anth.