κωθωνιστήριον
κωθωνιστήριον, banqueting house
κωθων-ιστήριον, τό,
- banqueting house, D.S. 5.19.
κωθωνιστήριον, ου (τὸ) cabaret, DS. 5, 19.
Étym. κωθωνίζομαι.
κωθωνιστήριον, τό, Lustort zum Zechen, DS. 5.19.