κωλακρετέω
κωλακρετέω, to be a κωλακρέτης
κωλακρετ-έω,
- to be a κωλακρέτης, IG 1(2).25.9: aor. 1 ἐκωλακρέτησαν CIG 3660 (Cyzicus).
κωλακρετέω, ein κωλακρέτης sein, Inscr.; vgl. Ruhnk. zu Tim. 172.