κωπηλατικός
κωπηλατικός, of rowers
κωπ-ηλᾰτικός, ή, όν,
- of rowers, ἐπίφθεγμα Hsch. s.v. ἄρρυ; πόνοι Sch. Opp. H. 4.76.
κωπηλατικός, ή, όν, der Ruderer, das Rudern betreffend, Hesych.