Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κωπαιεύς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωνοτομέω
κωνοφόρος
Κώνσα
Κωνσάλια
Κωνσεντία
κωνσίλιον
Κῶνσος
κώνσουλ
Κωνσταντινιάδης
Κωνσταντῖνος
Κωνσταντινούπολις
Κώνστας
Κωνσυάλια
κωνωπεῖον
κωνωπεών
Κωνώπη
κωνώπιον
Κωνώπιον
κωνωποειδής
κωνωποθήρας
Κωνωποσφράντης
κωνωποσφράντης
κωνωπώδης
κώνωψ
κῷον
κῶος
Κῷος
κῷος
κώπα
Κῶπαι
Κωπαιεύς
κώπαιον
Κωπαΐς
κωπαιώδης
Κώπασος
κωπάω
κωπεύς
κωπεύω
κωπέω
κωπεών
κώπη
κωπήεις
κωπῆλα
κωπηλασία
κωπηλατέω
κωπηλάτης
κωπηλατικός
κωπήλατος
κωπήρης
κωπητήρ
κωπητῆρες
κωπίον
κωποξύστης
κωποπώλης
κωπώ
κώρα
κωράλιον
κωραλίσκος
κωραλλεύς
κωράλλιον
κώρη
…
Κωπαιεύς
Save
Bailly 2024
Κωπαιεύς,
έως
(
ὁ
) habitant de Kôpes,
Thc.
4, 93
.
Étym.
Κῶπαι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}