About Report a problem

Menu

λέκρανα

λέκρανα, τά,
  • = ἀγκῶνες, Hsch., Phot.; cf. ὀλέκρανον. λέκρικα· σειραί, σχοινία, Hsch.; cf. λείκρικα. λεκροί, = λικροί (q.v.).

Saved

Recent