λεκιθοειδής
λεκῐθο-ειδής, ές,
- = λεκιθώδης, Hp. Morb. 2.47.
λεκῐθοειδής -ές [λέκιθος, εἶδος ] Hp. Morb. 2.47, see λεκιθώδης.
λεκιθο·ειδής, ής, ές [ῐ] c. λεκιθώδης, Hpc. 477, 16.