λα-
λᾱ-, insep. Prefix with
- intensive force, as in λακαταπύγων, λακατάρατος; cf. also λαί-μαργος.
λα- intens. pref. Hsch. s.v. λα , see λακαταπύγων, λακατάρατος, λαιψηρός.
λα-
- insep. Prefix with intensive force, as in λά-μαχος very warlike, λα-κατάρατος much accursed.