λαγαρύζομαι Save LSJ Brill-Montanari Pape λᾰγᾰρύζομαι, v. λαγαρίζομαι. λαγαρύζομαι v.l. for λαγαρίζομαι. λαγαρύζομαι, s. λαγαρίζομαι.