Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαγέτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαγαροειδής
λαγαροειδῶς
λαγαρόκυκλος
λαγαρόομαι
λαγαρός
λαγαρότης
λαγαρόω
λαγαρύζομαι
λαγαρώδης
λαγαρῶς
λαγάρωσις
λαγάσσαι
λαγγάζω
λαγγανόομαι
λαγγαρέω
λαγγᾶς
Λαγγείη
λαγγεύω
Λαγγοβρίγαι
Λαγγοβρίται
λαγγονεύω
λαγγώδης
λαγγών
Λάγγων
λάγδην
Λαγείδας
λάγειος
λαγερός
Λάγεσις
λαγέτας
λαγέτης
λαγην-
λαγηνάριος
λαγήναρχος
λαγήνιον
λάγηνος
λαγηνοφόρια
λαγιδεύς
Λαγίδης
λαγίδιον
Λάγινα
λάγινος
λάγιον
Λάγιος
Λαγίσκη
λάγκατα
λάγκη
λαγκία
λαγκιάριος
λαγκίδιον
λαγκίολα
λάγκλα
λάγκλιον
Λαγκόβαρδοι
Λαγκόβριγα
λαγκούριον
λαγκρύζεσθαι
Λάγμος
λαγνεία
λάγνευμα
λαγνεύω
…
λαγέτης
Save
Pape
λαγέτης
, [ᾱ], ὁ (λαός – ἄγω),
Volksführer
, Pind.
Ol
. 1.89,
P
. 4.107 u. öfter.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}