Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαγηνάριος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαγαρόκυκλος
λαγαρόομαι
λαγαρός
λαγαρότης
λαγαρόω
λαγαρύζομαι
λαγαρώδης
λαγαρῶς
λαγάρωσις
λαγάσσαι
λαγγάζω
λαγγανόομαι
λαγγαρέω
λαγγᾶς
Λαγγείη
λαγγεύω
Λαγγοβρίγαι
Λαγγοβρίται
λαγγονεύω
λαγγώδης
λαγγών
Λάγγων
λάγδην
Λαγείδας
λάγειος
λαγερός
Λάγεσις
λαγέτας
λαγέτης
λαγην-
λαγηνάριος
λαγήναρχος
λαγήνιον
λάγηνος
λαγηνοφόρια
λαγιδεύς
Λαγίδης
λαγίδιον
Λάγινα
λάγινος
λάγιον
Λάγιος
Λαγίσκη
λάγκατα
λάγκη
λαγκία
λαγκιάριος
λαγκίδιον
λαγκίολα
λάγκλα
λάγκλιον
Λαγκόβαρδοι
Λαγκόβριγα
λαγκούριον
λαγκρύζεσθαι
Λάγμος
λαγνεία
λάγνευμα
λαγνεύω
λάγνης
λαγνικός
…
λαγηνάριος
Save
LSJ
λαγη, ὁ, dub. sens. in
IGRom.
3.837 (Cilicia).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}