λαθρόβολος
λαθρόβολος, secretly set
λαθρό-βολος, ον,
- secretly set, δόναξ AP 9.824 (Eryc.).
λαθρό·βολος, ος, ον, qui frappe insidieusement, Anth. 9, 824.
Étym. λάθρᾳ, βάλλω.
λαθρόβολος, secretly set