λαιφάσσω
λαιφάσσω,
- = λαφύσσω, Nic. Th. 477.
- II = ψηλαφάω, Cyr.
λαιφάσσω [λαιμάσσω , λαφύσσω] to swallow, to lick greedily Nic. Th. 477 (aor. subj. 3. sg. λαιφάξῃ) etc.
λαιφάσσω, = λαιφάζω.