λακαταπύγων
λακαταπύγων, very lascivious
λᾱκαταπύγων [ῡ], ον, gen. ονος,
- = καταπύγων with intens. prefix λα-, Ar. Ach. 664.
λᾱκᾰταπύ̄γων -ον, gen. -ονος [λα- , καταπύγων ] incorrigible pederast (vulg.) Aristoph. Ach. 664.
λα·καταπύγων, ων, ον, gén. ονος [ᾱᾰᾰῡ] abominable débauché, Ar. Ach. 664.
Étym. λα-, καταπύγων.
λακαταπύγων, [λᾱ], ονος, ὁ, verstärktes καταπύγων, neben δειλός, Ar. Ach. 639 ; die v.l. λακοκαταπύγων und die Ableitung von λάκκος ist falsch.
λακαταπύγων
λᾱκαταπύ_γων, ον,
= καταπύγων with prefix λα-
- very lascivious, Ar.