λαΐς
λαΐς, Dor. for ληΐς. λαισαινοφόρος· ὁπλοφόρος, Hsch. λαισάς· ἡ παχεῖα ἐξωμίς, Id. λαίσασθαι· κτήσασθαι, Id. (Dor. for ληΐσασθαι).
λᾱΐς Dor. for ληΐς.
λαΐς, c. ληΐς.
λαΐς, [ᾱ], ίδος, ἡ, = ληΐς, Aesch. Spt. 313.