λαμπραυγής
λαμπραυγής, lustrous
λαμπρ-αυγής, ές,
- lustrous, Man. 4.415:—irreg. fem. λαμπραυγέτις, Id. 1.301, 4.201.
λαμπραυγής -ές [λαμπρός , αὐγή ] Man.1 4.415, see λαμπραυγέτις.
λαμπρ·αυγής, ής, ές, à l’éclat brillant, Man. 4, 415.
Étym. λαμπρός, αὐγή.
λαμπραυγής, ές, hellglänzend, ἀκτίς, Maneth. 4.415.