About Report a problem

Menu

λάμπουρις

λάμπουρις, fox

λάμπουρις, ιδος, ἡ, (οὐρά)
  • fox, A. Fr. 433, Lyc. 344, 1393 (on the accent v. EM 474.4).
    • II v.l. for λαμπυρίς in Suid. s.v. πυριλαμπίς.

Saved

Recent