λαμπηδοκόμος Save Brill-Montanari Bailly 2024 λαμπηδοκόμος codd., corr. to λαμπαδηκόμος. λαμπηδο·κόμος, ου (ὁ) qui prend soin des torches, Syn. Dion. 8, 1138 a Migne. Étym. λαμπηδών, κομέω.