Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαοδογματικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαξεύω
λαξικός
λάξιμος
λάξις
λᾶξις
λαξολατόμος
λάξομαι
λαξόος
λαξός
λαξπάτητος
Λαοβίη
λαοβόρος
λαοβότειρα
λαοβότος
Λαόγονος
Λαογόνος
λαογραφέω
λαογραφία
λαογράφος
λαοδάμας
Λαοδάμας
Λαοδάμεια
Λαοδικεία
Λαοδίκεια
Λαοδικεύς
Λαοδίκη
Λαοδικία
Λαοδίκιον
λαόδικος
λαοδογματικός
λαοδογματικῶς
λαοδόκος
Λαόδοκος
Λαοδόκος
λαόδοκος
λαοηγησία
λαοθαμβής
Λαοθόη
Λάοι
Λαοίτας
λαοκατάρατος
Λαοκόων
Λαοκόωσα
λαοκρατέομαι
λαοκρατία
λαοκρίτης
Λαομέδεια
Λαομεδοντιάδης
Λαομεδόντιος
λαομέδων
Λαομέδων
λᾷον
Λαονίκη
Λαονόμη
λαοξικός
λαοξοϊκός
λαοξόος
λαοξουργέω
λαοπαθής
λαόπαις
λαοπλάνος
…
λαοδογματικῶς
Save
Bailly 2024
λαοδογματικῶς
[
ᾱᾰ
]
adv.
selon l’opinion du peuple,
Pol.
(
Str.
317
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}