λαοκρατία
λαοκρατία -ας, ἡ [λαός , κρατέω ] government by the people Men.2 359.26.
λαοκρατία, ας (ἡ) [ᾱᾰτ] gouvernement par le peuple, démocratie, Mén. rhét. 194, 11.
Étym. λ. κράτος.
λαοκρατία, [λᾱ], ἡ, = δημοκρατία, Sp.