λαόπαις Save LSJ λαόπαις· βούπαις, Hsch. λαοπίζειν, coined as etym. of λαπίζειν (q.v.), τοὺς λαοὺς εἰς ὄπιν ἄγειν . . διὰ τῆς ἀλαζονείας, Id.