λαρίς
λᾰρίς, ίδος, ἡ,
- = λάρος, AP 7.652 (Leon.), 654 (Id.).
λᾰρίς -ίδος, ἡ Leon. (AP 7.652.5), see λάρος.
λαρίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] c. λάρος, Anth. 7, 652, 654.
λαρίς, ίδος, ἡ, = λάρος, Leon.Tar. 74 (VII.652).
λαρίς
λᾰρίς, ίδος
= λάρος, Anth.