λαπώδης Save LSJ Brill-Montanari Bailly 2024 Pape λαπώδης, v. λάπη. λαπώδης -ες see λαμπώδης. λαπώδης, ης, ες [ᾰ] pituiteux, Hpc. dout. Étym. λάπη, -ωδης. λαπώδης, ες, voll Schleim, λάπη, wie λαμπώδης, Medic.